..............................................."Η ευημερία της ανθρωπότητας αποτελεί πάντα το άλλοθι των τυράννων".

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

«Πολιτεία που δεν έχει σαν βάση της την παιδεία, είναι οικοδομή πάνω στην άμμο».

Αδαμάντιος Κοραής (1748 – 1833)

γιατρός και φιλόλογος, από τους πρωτεργάτες του νεοελληνικού διαφωτισμού.
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

«Μπελογιάννης και Μαξίμου». (Μια οφειλόμενη απάντηση στην "Αυγή")

«Μπελογιάννης και Μαξίμου». 
(Μια οφειλόμενη απάντηση στην "Αυγή")

 Ι διαίτερο ενδιαφέρον αποκτά η αντιπαράθεση που ξέσπασε μετά την πρωτοφανή και χυδαία επίθεση της εφημερίδας "Αυγή" στον ιστορικό Γιώργο Μαργαρίτη, ο οποίος… τόλμησε να ασκήσει κριτική στον Αλέξη Τσίπρα (1*).
Με εκφράσεις όπως «έχουμε, όμως ράμματα κι εμείς για τη γούνα του» ο συντάκτης της Αυγής, Θανάσης Καρτερός, επιτίθεται συνολικά στο έργο του γνωστού καθηγητή.
Το κείμενο της Αυγής καταδίκασε η συνέλευση του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ (2*) τονίζοντας ότι δεν θίγει μόνο την ακαδημαϊκή υπόσταση του συγκεκριμένου καθηγητή και του τμήματος αλλά και το κύρος του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου.
Ο Γιώργος Μαργαρίτης με επιστολή του κάνει λόγο για «ανακριβή, εκ προθέσεως συκοφαντικά και στοχευμένα υβριστικά» στοιχεία στο άρθρο της εφημερίδας του ΣΥΡΙΖΑ.
Το info-war φιλοξενεί σήμερα κείμενο του καθηγητή του ΑΠΘ, Σπύρου Μαρκέτου, ο οποίος απαντά στα επιχειρήματα του συντάκτη της Αυγής Θανάση Καρτερού.
~~~~~~
«Μπελογιαννης και Μαξίμου»

H επίθεση που εξαπέλυσε το Μαξίμου, μέσω του κύριου αρθρογράφου της Αυγής, εναντίον του Γιώργου Μαργαρίτη εντυπωσιάζει για τη δυσαναλογία της προς την αφορμή. “Έχουμε ράματα κι εμείς για τη γούνα του” είναι ατάκα από τον Νονό μάλλον παρά πολιτική απάντηση. Η αφορμή; Ένα ήπιο κείμενο του κομμουνιστή ιστορικού για τον πρωθυπουργό που κεφαλαιοποίησε πολιτικά, μετά την Καισαριανή, και τη δικαστική δολοφονία του Μπελογιάννη. Ερμήνευε εκεί κάποιους χαρακτηρισμούς που επαναλαμβάνονται κατά μήκος και πλάτος της χώρας από μάζες ενθουσιασμένων ψηφοφόρων.
Είναι πράγματι αντικείμενο συζήτησης το αν ο Αλέξης Τσίπρας πρόδωσε, ξεγέλασε, εξαπάτησε, κορόιδεψε, πούλησε φίλους, ιδέες και αρχές; Βγαίνει ο ήλιος από την ανατολή; Περισσότερο ενδιαφέρον έχει να βρούμε γιατί ακριβώς τέτοιοι χαρακτηρισμοί πείθουν αρκετά ώστε να κάνουν πολιτικά επικίνδυνους εκείνους που τους διερμηνεύουν. Έπειτα από δυο μόνο χρόνια κυβέρνησης της αυτοαποκαλούμενης αριστεράς, αλλά κατά τη γνώμη μου νεοφιλελεύθερης ακροδεξιάς (αναλυτικότερα εδώ: http://info-war.gr/voutyrobebes-i-vasanistis-maknton/). Αν δεν έπειθαν επικίνδυνα, θα ασχολιόταν μαζί τους το Μαξίμου; Το πολύ πολύ ν’ άφηνε να τους καταρρίψουν εν ευθέτω χρόνω κάποιοι άλλοι ιστορικοί.
Τέτοιοι χαρακτηρισμοί θα προκαλούσαν αντιδράσεις αν δεν απέδιδαν τη βιωμένη εμπειρία των λαϊκών στρωμάτων; Κατά βάση αληθινοί, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αναδεικνύοντας επιπλέον, νομίζω, την ιστορική διάσταση του σημερινού αδιεξόδου. Αλλά κυρίως κρυσταλώνουν τα δραματικά πολιτικά συναισθήματα που εξαπλώνονται την τελευταία διετία. Προκαλούν έτσι συναγερμό, πρέπει ν’ απονομιμοποιηθούν.
Ο Αλέξης Τσίπρας ψηφίστηκε για να εφαρμόσει μια μετριοπαθή μεταρρυθμιστική πολιτική, κωδικοποιημένη προεκλογικά στο λεγόμενο Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Έκανε ακριβώς τα αντίθετα από κείνα που είχε υποσχεθεί. Αυτό είναι γεγονός, που η αλήθεια του δεν εξαρτάται από το αν μας αρέσει ούτε από το τι θέλει ο καθένας μας να πιστεύει. Κατέστρεψε έτσι μια σπάνια ευκαιρία να αποφύγει τη μνημονιακή καταστροφή η χώρα; Ναι, κατά τη γνώμη μου, αλλά αυτό είναι μια πολιτική εκτίμηση, μια εικασία περισσότερη ή λιγότερο εύλογη, δεν είναι γεγονός. Πολιτικές εκτιμήσεις και όχι γεγονότα είναι όμως και όσα εκ των υστέρων επικαλούνται οι κυβερνητικοί για να δικαιολογήσουν ότι εφαρμόζουν επιθετικά τα μνημόνια, που θα τα έσκιζαν, και υπογράφουν νέα. Γεγονός είναι ότι κάνουν όσα προηγουμένως κατηγορούσαν και ακόμη χειρότερα.
Αναντίρρητο είναι επίσης, για να σταθούμε σ’ ένα μονάχα παράδειγμα, ότι ο πρωθυπουργός προκήρυξε δημοψήφισμα και το καταπάτησε πάραυτα. Το ότι έγιναν συνεργοί στον βιασμό οι μηχανισμοί εξουσίας, από τα κόμματα της δεξιάς και τις δυνάμεις καταστολής ως τα μέσα ενημέρωσης και τον πρόεδρο της δημοκρατίας, δεν αναιρεί ότι υπήρξε εκτροπή. Τα επίσημα δημοψηφίσματα δεν είναι δημοσκοπήσεις. Είναι δεσμευτικά, αν τηρούνται έστω και απλώς τα προσχήματα του κράτους δικαίου. Η κυβέρνηση αποφάσισε να πολιτευτεί αντίθετα από την πανηγυρικά και επίσημα εκφρασμένη λαϊκή εντολή, την οποία είχε λίγο νωρίτερα ορκιστεί ότι θα σεβόταν.
Πολλά πρώην μέλη της που εγκατέλειψαν τον Σύριζα, καθώς και η πλειοψηφία που τον απέφυγε στις κάλπες, καθημερινά χαρακτηρίζουν τον Αλέξη Τσίπρα με τους γνωστούς όρους: πρόδωσε, ξεγέλασε, εξαπάτησε, κορόιδεψε, πούλησε φίλους, ιδέες και αρχές. Αλλά ακόμη και αν δεν τους χρησιμοποιούσε κανείς, άραγε θα έπαυαν να τον περιγράφουν ακριβόλογα; Ξέρουμε άλλη κυβέρνηση που να καταπάτησε δημοψήφισμα; Συνηθίζεται σε δημοκρατίες ν’ αναποδογυρίζεις δημοψηφίσματα; Αν όχι, τότε με ποιά στοιχεία αμφισβητούμε ότι ο πρωθυπουργός, όπως έγραψε ο Μαργαρίτης, κατέκτησε κορυφές απάτητες στο ψεύδος και στην ατιμία;
Η κυβέρνηση δεν έχει απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα και δεν αγαπά τις πικρές αλήθειες. Τις παραμερίζει με τα επιχειρήματα της δύναμης και της επιτυχίας, καθώς και της δήθεν συναίνεσης των θυμάτων. Έχει δίκιο, λέει, επειδή κυβερνά, κι επειδή δεν υπάρχει εναλλακτική στον τρόπο που κυβερνά. Αυτονομιμοποιείται επικαλούμενη όχι τη συνέπεια προς τις υποσχέσεις της, ανέφικτο αυτό, αλλά το ότι εφόσον δεν εξεγείρεται ο λαός συναινεί. Εύθραυστα επιχειρήματα.
Τα πρώτα επειδή ανατρέπονται από τη μια στιγμή στην άλλη. Το τελευταίο κυρίως επειδή η έγκυρη συναίνεση προϋποθέτει δυνατότητα επιλογής. Σήμερα όμως σε ποιά πολιτικά ζητήματα επιτρέπει το σύστημα επιλογή; Οι ουσιώδεις αποφάσεις παίρνονται στις Βρυξέλλες ή στο Χίλτον κι επιβάλλονται με μνημόνια, ενώ και η βουλή, που αποφασίζει τώρα μόνο για λεπτομέρειες, υιοθετεί πλέον ομόφωνα την πολιτική επιλογή του κεφαλαίου για Ευρωπαϊκή Ένωση και χρέος και ευρώ. Ποιός εκφράζει εντός συστήματος το τεράστιο και καθημερινά μεγαλύτερο κομάτι του λαού που ζητά απεμπλοκή τώρα; Που δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει τους από μηχανής θεούς του κυβερνητικού λόγου, τη φιλευσπλαχνία των δανειστών και τους φανταστικούς επενδυτές, ούτε το απροσδιόριστο μέλλον της λαϊκής εξουσίας;
Η κυβέρνηση έχει γίνει σάρκα από τη σάρκα ενός αυταρχικού συστήματος που απαγορεύει την επιλογή και απλώς οχυρώνεται για ν’ αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την εξέγερση των θυμάτων. Η πολιτική της απέτυχε στους δηλωμένους στόχους της, επιβάλλοντας στο λαό νέους γύρους φτωχοποιητικής εκμετάλλευσης και παραλυτικής καταπίεσης. Αυτά είναι γεγονότα. Θεωρεί λύση το να φιμώσει τους αμφισβητίες. Αυτή είναι πολιτική εκτίμηση. Ψάχνει ράματα για τη γούνα τους. Αυτή είναι προειδοποίηση. Δεν την φοβούνται. Αυτός είναι καλός οιωνός.

___________
Παραπομπές:
(1*) "Περί της ουτοπίας..." (Το άρθρο του Γιώργου Μαργαρίτη στην "Εφημερίδα των Συντακτών"):
http://www.efsyn.gr/arthro/peri-tis-oytopias
(2*) http://www.avgi.gr/…/8054016/mia-apantese-tou-kathegete-g-m…
...
Από το info-war
http://info-war.gr/belogiannis-ke-maximou-mia-ofilomeni-ap…/

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Οξύνεται το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα

Σταδιακά η Ελλάδα γίνεται χώρα γερόντων ...


Οξύνεται το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα. Η κρίση σε άλλες εποχές λέγεται πως ήταν εποχή αύξησης των γεννήσεων. Φαίνεται πως αυτή η κρίση επέδρασε εντελώς αρνητικά στις συνειδήσεις των ζευγαριών και αποφεύγουν να γεννήσουν παιδιά με το αρνητικό σκεπτικό ότι δεν θα μπορούν να ζήσουν τα παιδιά τους σύμφωνα με τις σύγχρονες απαιτήσεις. Σταδιακά η Ελλάδα γίνεται χώρα γερόντων και σε 20 χρόνια είναι άγνωστο ποιος θα καλύψει το ανθρώπινο και παραγωγικό.
Έτσι, όπως δείχνουν τα στοιχεία, εξακολουθεί να μεγαλώνει η ψαλίδα μεταξύ των θανάτων και των γεννήσεων, σύμφωνα με τα δεδομένα που καταγράφονται στα ληξιαρχεία όλης της χώρας. Για το 2016 και μέχρι τις 22.8.2016 οι θάνατοι είχαν υπερβεί τις γεννήσεις κατά 19.394, στοιχείο που συμβάλει αρκετά στην γήρανση του πληθυσμού της χώρας μας.


ΠΗΓΗ: http://neakeratsiniou.blogspot.com/2016/08/blog-post_427.html#ixzz4I8j2cS1M

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Οι έννοιες του χώρου και του χρόνου είναι τόσο «προφανείς», ώστε να συνιστούν μέγα μυστήριο


Από τις φυσικομαθηματικές επιστήμες


LEE SMOLIN, Τρεις δρόμοι προς την Κβαντική Βαρύτητα,
μτφρ. Παναγιώτα Παπακωνσταντίνου,
εκδ. Κάτοπτρο, σελ. 326Καλός επιστήμονας είναι εκείνος που δουλεύει τόσο σκληρά, ώστε

να διαπράξει όλα τα δυνατά λάθη προτού καταλήξει στη σωστή απάντηση


Richard Feynman

Τι είναι χώρος; Τι είναι χρόνος;

Οι έννοιες του χώρου και του χρόνου είναι τόσο «προφανείς», ώστε να συνιστούν μέγα μυστήριο. Αποτελώντας τον καμβά όλων των εμπειριών μας, που αδυνατούμε απολύτως να τις αντιληφθούμε έξω από το χωροχρονικό τους πλαίσιο, είναι εξαιρετικά δύσκολο να «αφαιρεθούν» από αυτές, ώστε να αντιμετωπιστούν ως αυτόνομα αντικείμενα της σκέψης. Πράγμα που ισχύει χωρίς να είναι απαραίτητο να αποδεχτούμε την καντιανή ιδέα πως, στην πραγματικότητα, ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι παρά «υποκειμενικές» ιδιότητες1, μορφές της αισθητικότητας, που αξιοποιεί ο ανθρώπινος λόγος προκειμένου να αγκυρώνει τη ίδια του τη λειτουργία.
Θέλω να πω, οι περιπλοκές των εννοιών του χώρου και του χρόνου είναι παρούσες και σύνθετες ακόμη κι αν είμαστε απολύτως πεπεισμένοι πως αποτελούν αντικειμενικές ιδιότητες του κόσμου -και, ίσως, όλων των δυνατών κόσμων. Όπως το θέτει ο Σμόλιν, «[κ]αθετί που υπάρχει, βρίσκεται κάπου στο χώρο και καθετί που συνέβη, έλαβε χώρα κάποια χρονική στιγμή. Όπως ακριβώς μπορεί κανείς να ζήσει δίχως να αμφισβητήσει ποτέ τις παραδοσιακές παραδοχές του πολιτισμού του, έτσι είναι δυνατή και η ζωή δίχως να αναρωτιόμαστε για τη φύση του χώρου και του χρόνου. Εντούτοις, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του, καθένας μας απορεί σχετικά με το χρόνο». Με τα λόγια του Αυγουστίνου, όταν δεν τον σκέφτομαι [τον χρόνο] ξέρω τι είναι, όταν τον σκεφτώ τα χάνω εντελώς.
Και είναι χιλιάδες τα ερωτήματα τα οποία τον αφορούν.
Θα συνεχίσει να ρέει για πάντα; Υπήρξε κάποια αρχική στιγμή του χρόνου; Και αν ναι, τότε πώς και πόθεν προέκυψε το Σύμπαν; Υπήρχε κάτι πριν από την αρχή; Τότε, ποιο είναι το νόημα της αρχής; Αν υπήρξε αρχή, η «δημιουργία» εμπλέκει υποχρεωτικά υπερφυσικές διαδικασίες; Ή υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης μιας τέτοιας εκδοχής που βάζει τον Θεό εντός παρενθέσεως;
Παρόμοια για τον χώρο. Εκτείνεται απεριόριστα; Και αν όχι, πώς να είναι το «τέλος» του, το σύνορό του; Και τι υπάρχει πέρα από το τέλος του χώρου; Αν, πάλι, ο κόσμος μας δεν είναι χωρικά πεπερασμένος, μπορούν να απαριθμηθούν τα αντικείμενα που εμπεριέχει; Ή αντιστοιχεί το Σύμπαν στην μαθηματική κατηγορία των μη αριθμήσιμων συνόλων; Με δεδομένη, πλέον, την αλήθεια της ατομικής υπόθεσης, με δεδομένη, δηλαδή, και πολλαχώς επιβεβαιωμένη τη γνώση πως η ύλη αποτελείται από ηλεκτρόνια και κουάρκς, που σημαίνει πως η εντύπωση της συνέχειας που αποκομίζουμε από την άμεση εποπτεία είναι εντελώς απατηλή, τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται.
«Τα ηλεκτρόνια και τα κουάρκς είναι τα μικρότερα δυνατά αντικείμενα; Ή μήπως και εκείνα με τη σειρά τους αποτελούνται από ακόμη μικρότερες οντότητες; Θα συνεχίσουμε να ανακαλύπτουμε όλο και πιο μικρά σωματίδια ή υπάρχει κάποια ελάχιστη δυνατή οντότητα; Παρόμοια ερωτήματα μπορούν να τεθούν όχι μόνο για την ύλη αλλά και για τον χώρο; Ο χώρος μοιάζει συνεχής, είναι όμως; Μια περιοχή του χώρου μπορεί να τεμαχιστεί σε όσα μέρη θέλουμε ή μήπως υπάρχει κάποια ελάχιστη μονάδα χώρου; Κάποια ελάχιστη απόσταση; Αντίστοιχα, αναρωτιόμαστε αν ο χρόνος είναι απείρως διαιρετός ή, αντίθετα, αν υπάρχει ελάχιστη δυνατή χρονική διάρκεια; Υπάρχει κάποιο απλούστερο δυνατό γεγονός;», αναρωτιέται ο Σμόλιν. Και αυτά, εν πολλοίς, αποτελούν το αντικείμενο του εξαιρετικού βιβλίου του.
***
Ας επιμείνω, όμως, λίγο περισσότερο στα ερωτήματα, εντοπίζοντας τα θεμελιώδη ανάμεσά τους. Που δεν χωράει αμφιβολία πως είναι αυτά που αναφέρονται στη συνέχεια ή όχι του χώρου και του χρόνου. Ως προς αυτά τα ζητήματα, λοιπόν, το βιβλίο θέτει στο επίκεντρο την ιδέα, όσο ανοίκεια κι αν είναι, πως ο χώρος και ο χρόνος, όπως η ύλη -δηλαδή η μάζα και η ενέργεια- αποτελούνται από μικρότατα δομικά «μέρη». Με άλλα λόγια, υπάρχουν δομικές μονάδες του χώρου και του χρόνου, «χρονόνια» και «χωρόνια», τα οποία αποτελούν τη μικρότερη ποσότητα χρόνου και χώρου, που είναι δυνατή. Που σημαίνει πως ο χώρος και ο χρόνος -ή ο ενιαίος χωροχρόνος, στη σχετικιστική εκδοχή- αποτελούν σύνθετα πλέγματα, τα οποία συγκροτούνται από «τουβλάκια» ενός ελάχιστου μεγέθους, που δεν σπάνε παρακάτω.
Αν θέλουμε να κάνουμε πιο άμεση την ιδέα, θα λέγαμε πως, αν π.χ. η δομική μονάδα του χρόνου ήταν το δευτερόλεπτο, κανένα γεγονός δεν θα διαρκούσε λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο και, ακόμη, όλα τα γεγονότα θα είχαν διάρκεια ακέραιο αριθμό δευτερολέπτων. Καμιά διαδικασία δεν θα μπορούσε να διαρκεί 1.5 δευτερόλεπτα -η δυνατότητα υπάρχει είτε για ένα είτε για δύο, σε καμία περίπτωση δεκαδικό, στο μέτρο που τα «χρονοτουβλάκια» δεν είναι δυνατό, ως έσχατα συστατικά που είναι, να διαιρεθούν περαιτέρω. Φυσικά, στην θεώρηση αυτή, η δομική μονάδα του χρόνου είναι τόσο μικρή, σε σχέση με το δευτερόλεπτο, που είναι αδύνατο, με τις σημερινές δυνατότητές μας να την προσεγγίσουμε, που, πάει να πει, να τη μετρήσουμε. Πράγμα που εξηγεί, άλλωστε, απολύτως το γεγονός πως αντιλαμβανόμαστε το χρόνο ως συνεχή και όχι διακριτό.
Το ίδιο συνέβη και με την αντίληψή μας για την ύλη. Χρειάστηκε να έρθει ο 20ος αι. προκειμένου να αποκτήσουμε την τεχνική δυνατότητα να αντιληφθούμε την ατομική δομή του κόσμου μας, για την οποία μας είχαν πολύ καλά προϊδεάσει, 2500 χρόνια πριν, ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος, ενώ μας είχε επίσης εξοπλίσει με πολλές απαντήσεις στα φιλοσοφικά της παράδοξα ο Επίκουρος και ο Λουκρήτιος.
Μπορεί αυτή τη φορά να μην απαιτηθούν χιλιετηρίδες για την επιβεβαίωση της νέας ιδέας περί της ασυνεχούς υφής της χωροχρονικής πραγματικότητας. Το βέβαιο, ωστόσο, είναι πως οι τεχνικές μας δυνατότητες απέχουν ακόμη πολύ για να μας επιτρέψουν την εποπτεία της απειροελάχιστων διαστάσεων δομικής θεμελίωσης του χώρου και του χρόνου, να μας παράσχουν, δηλαδή, μια εικόνα από τα «τουβλάκια» που τους συγκροτούν.
Το βιβλίο, λοιπόν, μας παρουσιάζει την θεωρητική έρευνα, που επιτρέπει, παρ' όλους τους περιορισμούς, να προσεγγίσουμε αυτά τα ζητήματα. Τα οποία, όντας στην τομή των δύο βασικών θεωριών της Φυσικής, της Γενικής Θεωρίας της Σχετικότητας και της Κβαντομηχανικής, αναγκάζουν τον Σμόλιν να αναζητήσει την συμφιλίωσή τους, η οποία μέχρι στιγμής έχει αποδειχθεί το πιο δυσεπίλυτο θεωρητικό πρόβλημα. Αυτές οι τεράστιες αποκλίσεις μεταξύ των δύο θεμελιωδών φυσικών θεωριών αποκαλύπτονται με τον πιο εμφανή τρόπο στην αδυναμία της κβαντομηχανικής να συμπεριλάβει τη μελέτη της βαρυτικής δύναμης.
Προς το παρόν. Γιατί το βιβλίο του Σμόλιν παρουσιάζει την πολύ προχωρημένη θεωρητική έρευνα στην κατεύθυνση αυτή, δίνοντάς μας σπουδαία γνώση πάνω στις θεωρίες των χορδών, αυτές της κβαντικής θεωρίας βαρύτητας, καθώς και του «τρίτου δρόμου», που επιχειρεί την επίλυση του προβλήματος θέτοντας στην άκρη τόσο τη σχετικότητα όσο και την κβαντική και κάνοντας μια εντελώς καινούργια αρχή ξεκινώντας από τα αξιώματα τα ίδια. Ο Σμόλιν, όμως, διατυπώνει και μια φιλοσοφική ματιά, που φαίνεται πως προκύπτει σχεδόν αυτόματα από τις νέες αυτές θεωρήσεις στο πλαίσιο της σύγχρονης Φυσικής. Πρόκειται, μάλιστα, για μια ματιά που βρίσκεται πολύ κοντά στη μαρξιστική -έστω κι αν είναι πολύ πιθανό πως ο συγγραφέας το αγνοεί. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά στη Διαλεκτική της Φύσης του Ένγκελς για να το καταλάβουμε.
Βασικά στοιχεία αυτής της θεώρησης είναι πως η νέα, υπό δημιουργία, Φυσική έχει αναπτύξει μια σχεσιακή αντίληψη για το Σύμπαν, βασισμένη, μάλιστα, όχι σε αντικείμενα, αλλά σε διαδικασίες. Το Σύμπαν είναι σχέση. Επιπλέον, είναι σχέση όχι ανάμεσα σε πράγματα, αλλά σχέση διαδικασιών. Έτσι, π.χ., ο χώρος δεν αποτελεί ένα δοχείο, που μπορεί να αδειάζει ή να γεμίζει με «όσα εμπεριέχει». Αντίθετα, ο χώρος είναι «όσα εμπεριέχει», με την έννοια πως αποτελεί μια όψη των σχέσεων μεταξύ αυτών των περιεχομένων.
Έτσι, λοιπόν: «Η γεωμετρία του Σύμπαντος μοιάζει αρκετά με τη γραμματική δομή μιας πρότασης. Όπως ακριβώς η πρόταση δεν διαθέτει δομή ούτε υπόσταση πέρα από τις σχέσεις μεταξύ των λέξεών της, έτσι και ο χώρος δεν έχει υπόσταση πέρα από τις σχέσεις ανάμεσα σε όσα ενυπάρχουν στο Σύμπαν». Και ακόμη, «[δ]εν υπάρχει μέσα στο Σύμπαν κάποιο σταθερό, αιώνιο πλαίσιο που να ορίζει τι μπορεί να συμβεί και τι όχι. Δεν υπάρχει τίποτε πέρα από τον Κόσμο εκτός από τα όσα βλέπουμε, κανένα υπόβαθρο εκτός από τη συγκεκριμένη ιστορία του».
Το Σύμπαν, σα να λέμε, είναι μια ιστορία χωρίς Υποκείμενο και Τέλος (σκοπό). «Πράγματα δεν υφίστανται». Ακόμη και τα αντικείμενα που μοιάζουν αναλλοίωτα, όπως οι βράχοι, διαθέτουν τη δική τους ιστορία. Μόνο που η χρονική κλίμακα των μεταβολών τους είναι μεγάλη. «[Δ]εν βρίσκουμε δύο κατηγορίες οντοτήτων στον Κόσμο -δηλαδή αντικείμενα και διαδικασίες. Διακρίνουμε μόνο σχετικά γρήγορες και σχετικά αργές διαδικασίες. Η μόνη αληθινά επαρκής περιγραφή μιας διαδικασίας, είτε αργής είτε γρήγορης, είναι η αφήγησή της, δηλαδή μια ιστορία».
Η ύλη είναι κίνηση, το είναι είναι γίγνεσθαι. Πράγμα για το οποίο μας βεβαιώνουν οι μαύρες τρύπες και οι ορίζοντές τους καλύτερα από οποιονδήποτε αφηρημένο στοχασμό. Ο Σμόλιν αυτό κάνει: μαθαίνοντάς μας πολλή Φυσική μας πείθει πως έτσι έχουν τα πράγματα.
_______________
[1]  Ιδιότητες του υπερβατολογικού υποκειμένου, για να χρησιμοποιήσουμε την αυθεντική διατύπωση του Καντ.

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Μπορεί να μας διδάξει κάτι το «γερμανικό μοντέλο»; του Κλάους Ντέρε

Τι κρύβεται πίσω από το «γερμανικό εργασιακό θαύμα»;

Η απάντηση είναι: μια επιστροφή στην «αναξιοπρεπή», κοινωνικά περιφρονητέα εργασία. Στις φεουδαρχικές κοινωνίες του 15ου–18ου αιώνα οι ζητιάνοι/ες και οι αγύρτες/ισσες συμμορφώνονταν στην πειθαρχική βία των συντεχνιών και της αστυνομίας των φτωχών. Η απελευθέρωση από την ιεραρχική τάξη, όπως αυτή πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της μετάβασης στα βιομηχανικά, καπιταλιστικά συστήματα παραγωγής, σήμαινε συχνά εξαναγκαστική φτωχοποίηση. Η βία της καταρρέουσας φεουδαρχικής τάξης στρεφόταν ενάντια στους πιθανούς/ές μισθωτούς και μισθωτές εργάτες και εργάτριες. Προέκυψε μια «αναξιοπρεπής μισθωτή εργασία», η χρησιμότητα της οποίας αναγνωρίστηκε, χωρίς όμως να συνδεθεί με το ανάλογο κοινωνικό κύρος. Η απομάκρυνση των μισθωτών και των οικογενειών τους από την ασφάλεια του κράτους πρόνοιας είχε ως αποτέλεσμα, και στη Γερμανία, την επιστροφή αυτού του φαινομένου σε ένα εντελώς διαφορετικό κοινωνικό επίπεδο πλούτου και ασφάλειας.
Οι επισφαλείς ομάδες στη μετά το κράτος πρόνοιας εποχή είναι οι «αγύρτες και αγύρτισσες» του 21ου αιώνα. Βρίσκουν τον εαυτό τους αντιμέτωπο με έναν ιστορικά νέο τύπο επισφάλειας που κάνει διακρίσεις, και ο οποίος περιλαμβάνει συνεχώς και νέα τμήματα του πληθυσμού, τα οποία προηγουμένως συγκαταλέγονταν ανάμεσα στους/στις ασφαλείς Με όρους κοινωνικής αντίληψης, η επισφαλειοποίηση αποτελεί μια ιεραρχία, στην οποία εκείνοι και εκείνες που ζουν στις πιο δύσκολες συνθήκες και είναι οι λιγότερο δυνατοί και δυνατές βιώνουν τους εαυτούς τους ως μέλη μειονοτικών ομάδων, των οποίων η καθημερινότητα διαφέρει από τα πρότυπα της «κοινωνίας της πλειονότητας». Αυτή η ειδική κατάσταση κατασκευάζεται επίσης μέσω του φύλου, της εθνικότητας και της εθνότητας. Συνιστά, ωστόσο, κάτι ιδιαίτερο. Υπάρχει πάντα η εντύπωση ότι στην επόμενη βαθμίδα της κοινωνικής ιεραρχίας, η οποία υπόσχεται λίγη περισσότερη «κανονικότητα», μπορεί κανείς να ανέλθει με καθαρά ατομικές προσπάθειες.
Η επισφάλεια λοιπόν σε πλούσιες κοινωνίες, όπως η Γερμανία, δεν είναι μόνο μια κοινωνική κατάσταση ή μια προσωρινή παθολογία. Πρόκειται για ένα καθεστώς ελέγχου και πειθάρχησης, το οποίο αλλάζει την κοινωνία της εργασίας στην ολότητά της. Τα εμπειρικά ευρήματα που παρουσιάζονται φανερώνουν μια εξέλιξη σύμφωνα με την οποία η επισφάλεια, πίσω από την πρόσοψη μιας υποτιθέμενης συμμετοχής-ρεκόρ στην εργασία, έχει γίνει μια «κανονική» μορφή οργάνωσης της εργασίας με τα δικά της χαρακτηριστικά και τις δικές της μορφές ύπαρξης. Αυτός ο τρόπος ύπαρξης οδηγεί στην εξαφάνιση της επίσημα καταγεγραμμένης ανεργίας, ενσωματώνοντας ανέργους και άνεργες σε ανασφαλείς, αβέβαιες σχέσεις εργασίας, οι οποίες με τη σειρά τους εκτοπίζουν κοινωνικά προστατευόμενες μορφές απασχόλησης. Το Χαρτς 4 δημιουργεί ένα παρόμοιο αποτέλεσμα όπως τα πτωχοκομεία και τα καταναγκαστικά μέτρα που υπήρχαν στην καταρρέουσα φεουδαρχική τάξη. Οι δικαιούχοι παροχών στη Γερμανία ανήκουν στους «νέους και νέες αγύρτες και αγύρτισσες», οι οποίοι εκτός από την πολιτειότητα χάνουν και την αξιοπρέπειά τους.
Μπορεί να μας διδάξει κάτι το «γερμανικό μοντέλο»;
Η απάντηση είναι: «Όχι, αλλά!». Όπως έχει γίνει σαφές, ο παλιός κοινωνικός καπιταλισμός δεν υπάρχει πια. Η μεταμόρφωση που έχει υποστεί συντείνει ουσιαστικά στη δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ευρώπη. Η επισφαλής απασχόληση και ο τομέας των χαμηλών μισθών κρέμονται σαν μολυβένιο βαρίδι στους μισθούς και τις συνθήκες ζωής των εργαζομένων. Μια από τις συνέπειες είναι ότι η ανισότητα ανάμεσα στις τάξεις που διαθέτουν κεφάλαιο και τις τάξεις που δεν διαθέτουν συνεχώς μεγαλώνει. Το 1987 και μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1990, τα υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων που ήταν καταχωρισμένες στο δείκτη DAX στη Γερμανία κέρδιζαν 14 φορές περισσότερα από τους εργάτες και τις εργάτριες και τους/τις υπάλληλους που δούλευαν στις ίδιες επιχειρήσεις, ενώ έφτασαν να κερδίζουν 24 φορές περισσότερα στις αρχές της δεκαετίας του 2000, για να καταλήξουν να κερδίζουν 54 φορές περισσότερα.
Αντιθέτως, οι καθαροί μισθοί υπέστησαν απώλειες ανάμεσα στο 2000 και 2010, εξαιρουμένου ενός 10% υψηλόμισθων, και με τους πραγματικούς μισθούς να έχουν μειωθεί μόνο από την αρχή της νέας χιλιετίας κατά μέσο όρο περίπου κατά 4%. Μόλις πρόσφατα κατάφεραν τα συνδικάτα να πετύχουν αύξηση του μισθού ίση με την αύξηση της παραγωγικότητας. Η ήδη άνιση διανομή του πλούτου έχει επίσης αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου. Το πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών εισπράττει πάνω από το 50% των εσόδων από περιουσιακά στοιχεία, τη στιγμή που το φτωχότερο 50% των νοικοκυριών κατέχει μόνο το 1% των καθαρών περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή τίποτα. Συνολικά, καταγράφεται πια στη Γερμανία μια σαφέστατη αναδιανομή προς όφελος των εσόδων από περιουσίες και των νοικοκυριών με υψηλά εισοδήματα, ενισχύοντας όμως την τάση που αναδείχθηκε εντωμεταξύ ως η κύρια αιτία της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης. Η νέα «τάξη στην υπηρεσία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού», στην οποία συγκαταλέγονται οι διαχειριστές επενδύσεων, συντάξεων και hedge funds, καθώς και στελέχη και αναλυτές επενδυτικών τραπεζών, απορροφά τον αυξανόμενο πλούτο, ο οποίος παρουσιάζεται στις χρηματοπιστωτικές αγορές με τη μορφή περιπλανώμενης ρευστότητας, για να μεταφερθεί σε επιχειρήσεις με τη μορφή χρηματοπιστωτικών προϊόντων και δικαιωμάτων ιδιοκτησίας.
Η κοινωνικοδομική εμπέδωση των συμφερόντων που συνδέονται οργανικά με το σύγχρονο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο συνέβαλε σημαντικά στην προδιάθεση του σύγχρονου καπιταλισμού στις κρίσεις. Τα συμφέροντα του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού που απαιτούν ένα «ισχνό» κράτος, χαμηλή φορολογία, καθώς και το χαμηλότερο δυνατό επίπεδο σε κόστος εργασίας και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, συνιστούν ουσιώδη παράγοντα της «δημιουργικής καταστροφής» του κοινωνικού καπιταλισμού και έχουν συμβάλει αποφασιστικά στις οικονομικές ανισορροπίες στην Ευρώπη. Αν κάπου μπορούμε να μιλήσουμε για επιτυχία, είναι στην εδραίωση του βιομηχανικού τομέα. Με μερίδιο 30,5% της ακαθάριστης παραγόμενης αξίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γερμανία είναι μακράν το σημαντικότερο ευρωπαϊκό βιομηχανικό κράτος. Ενώ το ποσοστό της βιομηχανίας στην ακαθάριστη παραγόμενη αξία στα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ΕΕ έχει μειωθεί από την αρχή της νέας χιλιετίας, στη Γερμανία έχει ελαφρά αυξηθεί (κατά 0,1%). Μαζί με την Αυστρία, η Γερμανία είναι συγχρόνως η μοναδική χώρα της ΕΕ όπου η εργασία στον βιομηχανικό τομέα αυξήθηκε κατά 6% περίπου μετά το 2008. Η καρδιά του βιομηχανικού τομέα είναι ο κλάδος της μηχανουργίας και ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας (το 2011 ο καθένας τους συνέβαλε περίπου το 16% της ακαθάριστης παραγόμενης αξίας στη βιομηχανία). Και οι δύο αυτοί κλάδοι διακρίνονται για το υψηλό μερίδιο που καταλαμβάνουν στις εξαγωγές (62% και 64% αντίστοιχα για το 2012). Πολλές επιχειρήσεις αυτών των κλάδων έχουν πίσω τους μια μακρά παράδοση. Συνεργάζονται στενά με εγκατεστημένα δίκτυα εφοδιασμών, με προμηθευτές και ερευνητικά ιδρύματα και κατέχουν πολύ καλή θέση διεθνώς, παρά το γεγονός ότι είναι εταιρίες συνήθως μεσαίου μεγέθους και ιδιοκτησιακής δομής με οικογενειακό χαρακτήρα. Η σταθερότητα του βιομηχανικού τομέα οφείλεται στο γεγονός ότι οι εξαγωγικοί κλάδοι είναι πολύ καλά προετοιμασμένοι ώστε να αντεπεξέλθουν στην αυξανόμενη ζήτηση που προέρχεται από την Ασία και ιδιαίτερα από την Κίνα. Προϊόντα που κατασκευάζονται από γερμανικές εταιρίες είναι απαραίτητα για τη διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης ή καλύπτουν τη ζήτηση από τη γρήγορα ανερχόμενη μεσαία τάξη αυτών των χωρών. Γι’ αυτόν το λόγο κατάφερε «να αυξηθεί η παραγωγή αξίας στη γερμανική βιομηχανία, μολονότι ο τομέας εξαγωγών διατηρεί υψηλούς μισθούς».
Με άλλα λόγια, η γερμανική οικονομία έχει να επιδείξει επιτυχίες κυρίως εκεί όπου η διαφοροποιημένη ποιοτική παραγωγή λειτουργεί ακόμα σε κάποιο βαθμό. Τη στιγμή που οι υπάλληλοι που εργάζονται σε άλλους τομείς έπρεπε να υποστούν μισθολογικές απώλειες που υπερβαίνουν τον μέσο όρο, η οικονομία των βιομηχανικών εξαγωγών κατάφερε τουλάχιστον να διατηρήσει τους πραγματικούς μισθούς ή ακόμα και να τους αυξήσει. Πάντως αυτό το «βιομηχανικό μοντέλο» δεν μπορεί να λειτουργήσει σε άλλες χώρες. Λειτουργεί χάρη σε σχέσεις συνεργασίας που έχουν αναπτυχθεί στη διάρκεια πολλών χρόνων, ακριβώς χάρη στους σχετικά υψηλούς μισθούς. Το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της μεγάλης κρίσης του 2008–2009 αυτός ο βιομηχανικός τομέας μπόρεσε να διατηρηθεί είναι αποτέλεσμα ενός συστήματος διαχείρισης κρίσεων, το οποίο –με την καθοριστική επίδραση των συνδικάτων– στην πραγματικότητα συνιστούσε την εγκατάλειψη της πολιτικής ατζέντας που επέβαλε η κυβέρνηση Σρέντερ και την επιστροφή στη βιομηχανική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης των δεκαετιών του 1980 και 1990. Χρηματοδοτούμενη από το κράτος μακροπρόθεσμη εργασία με μειωμένο ωράριο και επιδότηση για την απόσυρση παλιών ΙΧ διασφάλιζαν ότι δεν θα υπήρχε δραματική κατάρρευση στην απασχόληση κατά τη διάρκεια της κρίσης. Σε πολλές περιπτώσεις χρειάζονταν μαχητικά εργατικά συμβούλια και συνδικαλιστικές οργανώσεις για να εξασφαλίσουν ότι θα εφαρμόζονταν στην πραγματικότητα τα μέτρα προστασίας της απασχόλησης σε επίπεδο εταιρίας.
Ωστόσο, πρέπει να προσθέσουμε ότι αυτός ο «κορπορατισμός της κρίσης» δεν ήταν παντού και εξίσου επιτυχής. Η διαχείριση της κρίσης έφερε στα βιομηχανικά συνδικάτα καινούρια κοινωνική αναγνώριση και νέα μέλη, αλλά είχε κυρίως επιτυχία για το μόνιμο προσωπικό σε εξαγωγικούς κλάδους. Δεν ισχύει το ίδιο, βέβαια, σε λιγότερο οργανωμένους τομείς των υπηρεσιών με υψηλά ποσοστά γυναικών. Παρά τις επιτυχίες της, η διαχείριση της κρίσης δεν μπόρεσε, ωστόσο, να διορθώσει ουσιαστικά τις ασυμμετρίες εξουσίας στην αγορά εργασίας προς όφελος των «ασθενών συμφερόντων» και των επισφαλώς εργαζομένων. Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το πλαίσιο ότι ένα κεντρικό αδύνατο σημείο του γερμανικού οικονομικού μοντέλου είναι η ενθάρρυνση του βιομηχανικού εξαγωγικού τομέα στη Γερμανία, η οποία παραδοσιακά συνδέεται με μια υποτίμηση και απαξίωση της παροχής ατομικών υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που αφορούν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης.
Απέναντι στους ισχυρούς εξαγωγικούς κλάδους, με μεγάλο ποσοστό ειδικευμένων εργαζομένων στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, υπάρχει ένας εκτεταμένος τομέας που προσφέρει χαμηλές αμοιβές, αβέβαιες και συχνά με μικρή αναγνώριση της χρησιμότητάς τους υπηρεσίες, ενώ η παραγωγικότητά του παραμένει χαμηλότερη από τα επίπεδα του βιομηχανικού τομέα, σύμφωνα με συμβατικά κριτήρια. Ταυτόχρονα, αλλάζει η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς τους τομείς, αν μετρηθεί με όρους σχέσεων απασχόλησης. Μόνο στη γρήγορα αυξανόμενη κοινωνική οικονομία, της οποίας το ποσοστό στη συνολική απασχόληση αυξήθηκε μέσα σε μια δεκαετία από 4,5% σε 6,2%, απασχολούνται γύρω στα 1,7 εκατομμύρια εργαζόμενοι κι εργαζόμενες με υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση. Οι τομείς της φροντίδας των ηλικιωμένων, των παιδιών, των νέων και των ατόμων με αναπηρία απασχολούν τόσα άτομα όσα και οι τομείς της μηχανουργίας και αυτοκινητοβιομηχανίας, που συνιστούν τη βιομηχανική καρδιά της γερμανικής οικονομίας.
Το παράδειγμα αυτό δείχνει ότι σε σχέση με τους υψηλά παραγωγικούς εξαγωγικούς κλάδους έχει αυξηθεί η σημασία του λιγότερο παραγωγικού τομέα, αλλά με εντατικοποίηση της εργασίας στις αμειβόμενες υπηρεσίες φροντίδας (στον οποίο περιλαμβάνονται όλες οι δραστηριότητες που εξυπηρετούν την «παραγωγή εργατικής δύναμης»). Από τη σκοπιά των εξαγωγών, αυτό μοιάζει προβληματικό ως προς το κόστος –τουλάχιστον με μικροοικονομικούς όρους–, καθώς η αμειβόμενη εργασία στον τομέα της αναπαραγωγής χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό με κρατικές μεταβιβαστικές πληρωμές. Η κρατική πολιτική έχει σχεδιάσει την ανταλλαγή ανάμεσα στον τομέα των εξαγωγών και στις υπηρεσίες φροντίδας σαν ένα «μεταβολισμό» ανάμεσα στις αναβαθμισμένες εσωτερικές αγορές και στις υποτιμημένες εξωτερικές, επειδή δεν λειτουργούν σύμφωνα με την αρχή της ισοδύναμης ανταλλαγής. Μια δημοσιονομική πολιτική προσανατολισμένη στην ανταγωνιστικότητα, προορισμένη να εξασφαλίζει εισροή ρευστού κεφαλαίου, η οποία απαλλάσσει από τα βάρη κατέχοντες και επιχειρήσεις και μ’ αυτόν τον τρόπο προκαλεί προβλήματα στην είσπραξη των δημοσίων εσόδων, δεν επιτρέπει γενναιόδωρες χρηματοδοτήσεις γι’ αυτές τις παροχές ατομικών υπηρεσιών και τις υπηρεσίες φροντίδας. Οι υποχρεώσεις του κράτους πρέπει να χρηματοδοτούνται μέσω της ιδιωτικοποίησης της δημόσιας περιουσίας και μέσω δανεισμού. Όσο η ιδιωτική περιουσία μεγαλώνει και συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, η δημόσια περιουσία «καίγεται». Συνεπώς, το κράτος δεν πρόκειται να χρηματοδοτήσει μια περαιτέρω ζήτηση σε υπηρεσίες φροντίδας. Η παροχή υπηρεσιών φροντίδας με τη μορφή δημόσιου αγαθού συμπιέζεται όλο και περισσότερο λόγω έλλειψης πραγματικής ζήτησης χρηματοδοτούμενης από το κράτος. Οι βασικοί παίκτες στο πεδίο αυτό αντιδρούν εφαρμόζοντας ένα συνδυασμό εμπορευματοποίησης, ανταγωνισμού, επισφαλειοποίησης των όρων εργασίας, καθώς και μετάθεσης πίσω στα νοικοκυριά της ευθύνης για τις υπηρεσίες φροντίδας.
Άνοιγμα στον ανταγωνισμό σημαίνει ότι οι δημόσιοι ή ημιδημόσιοι οργανισμοί, καθώς και οι μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που προσφέρουν υπηρεσίες φροντίδας, προσομοιάζουν όλο και περισσότερο στον τρόπο λειτουργίας τους με τις επιχειρήσεις που λειτουργούν με κριτήριο το κέρδος. Σύμφωνα με τον Ζόμπαρτ, η καπιταλιστική οικονομική θεώρηση δημιουργεί τις δικές της οργανωτικές δομές, υποτάσσοντας τις διαδικασίες σε στόχους που βασίζονται σε όσο το δυνατόν πιο ακριβείς ποσοτικούς υπολογισμούς. Μια τέτοια διαδικασία παρατηρείται στον τομέα των αμειβόμενων υπηρεσιών φροντίδας. Σε αντίθεση με τη φύση αυτών των υπηρεσιών, δηλαδή τη φροντίδα του ατόμου και του σώματος, οι δραστηριότητες βοήθειας και φροντίδας τυποποιούνται, διαλύονται, εξαναγκάζονται σε καθορισμένα χρονικά πλαίσια, υπόκεινται σε υπολογισμούς οικονομικού κόστους και έτσι απαλλοτριώνονται, χωρίς να χρειάζεται να υπαχθούν απευθείας στα κερδοσκοπικά συμφέροντα των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Αυτό το είδος «μεταβολισμού» μετατρέπει τις επαγγελματικές υπηρεσίες φροντίδας σε μια εξωτερική αγορά, οι οργανωτικές δομές της οποίας μεταμορφώνονται όλο και περισσότερο σε οικονομικά υπολογιστικές επιχειρήσεις, ενώ οι εργαζόμενοι και εργαζόμενες σε κοινωνικές επιχειρήσεις εισέρχονται ολοένα και περισσότερο σε επισφαλείς συνθήκες εργασίας, οι οποίες βρίσκονται πολύ πιο κάτω από τα πρότυπα που υπαγορεύει το κράτος πρόνοιας ως προς τα εισοδήματα, τις συνθήκες εργασίας και την κοινωνική καταξίωση.
Η γερμανική εξαγωγική οικονομία βασίζεται, μπορούμε να υποστηρίξουμε, στην καπιταλιστική προσάρτηση της παροχής ατομικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών φροντίδας. Η προσάρτηση αυτή στην περίπτωση της Γερμανίας σημαίνει αύξηση της ανταγωνιστικότητας του εξαγωγικού τομέα με ταυτόχρονη απαξίωση των (αμειβόμενων) υπηρεσιών φροντίδας, οι οποίες καθίστανται έτσι επισφαλείς. Σε καμία περίπτωση δεν υπονοείται ότι αυτοί οι τομείς είναι ομοιογενείς μονάδες με ανταγωνιστικά συμφέροντα. Ακόμη και στον εξαγωγικό τομέα θα δούμε μια πολιτειότητα βασισμένη στην «κοινωνική ιδιοκτησία» να παραβιάζεται, θα βρούμε επίσης επισφαλώς εργαζομένους κι εργαζόμενες και πειθάρχηση του μόνιμου προσωπικού. Στην περίπτωση των υπηρεσιών φροντίδας η κοινωνική πολιτειότητα υπάρχει, αλλά δεν θεσμοθετείται καν, ή μόλις και μετά βίας. Σε έναν παραδοσιακά γυναικοκρατούμενο χώρο αναπαράγονται εδώ και χρόνια μηχανισμοί διακρίσεων λόγω φύλου, για να διατηρήσουν την κοινωνική υποτίμηση του εν λόγω τομέα και επομένως να μειώσουν το κόστος αναπαραγωγής.
Aπόσπασμα από τη μπροσούρα του Κλάους Ντέρε "Το «γερμανικό εργασιακό θαύμα» Μοντέλο για την Ευρώπη;", που κυκλοφορεί στα ελληνικά από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ. Η μπροσούρα διατίθεται δωρεάν και μπορείτε να τη βρείτε στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος.

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Άρης Βελουχιώτης «Κάπου στη Ρούμελη λένε πως ζεις ακόμα..» Για εμάς ζει ως σύμβολο της Αριστεράς

 (Λαμία, 27 Αυγούστου 1905 – Μεσούντα Αχελώου, 16 Ιουνίου 1945) 

2014-06-20 14:52

Επιμέλεια Χαρά Παρμενοπούλου

Πέρασαν 67 χρόνια από την 16η Ιουνίου 1945, ημέρα που ο Πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ Αρης Βελουχιώτης κυνηγημένος από εχθρούς και αποκηρυγμένος από το κόμμα του έβαλε τέρμα στη ζωή του στο φαράγγι της Μεσούντας.   Πολλά έχουν γραφτεί για τα γεγονότα και τις αιτίες που οδήγησαν από το θρίαμβο  στην ήττα το εαμικό κίνημα και τον Πρώτο καπετάνιο του ΕΛΑΣ στον τραγικό του θάνατο. Όμως τα μεγάλα «γιατί» των αντιστασιακών για τις ευθύνες  της ηγεσίες που οδήγησε με τη στάση της στον τραγικό τέλος τον Πρώτο Καπετάνιο  και άφησε τους ίδιους βορά στα χέρια της αντίδρασης  παραμένουν   αναπάντητα…
  Σήμερα, σε μια κρίσιμη στιγμή για τη χώρα μας, που  το σάπιο παρελθόν της δικομματικής εξουσίας πεθαίνει αφήνοντας  την κοινωνία ισοπεδωμένη και το καινούργιο  προσπαθεί να ανοίξει δρόμο στην ελπίδα, η γνώση και η κριτική αποτίμηση της ιστορική αλήθειας   έχει τη δική της αξία.  Ιδιαίτερα για όσους εμπνέονται από τις ιδέες και τις αξίες της Αριστεράς και αγωνίζονται «να αλλάξουν τα πράγματα». Γιατί όπως τονίζει ο Άγγελος Ελεφάντης, «η ιστορία της Αριστεράς, είναι γεμάτη θυσίες και αγωνιστικά παραδείγματα αλλά   και λάθη και παραλείψεις.  Οι σημερινοί αριστεροί καλούμαστε να κουβαλήσουμε στους ώμους όλο το ασήκωτο βάρος  και να  το κατανοήσουμε».
Σ’ αυτή την προσπάθεια  «αυτογνωσίας» και υπεράσπισης της ιστορικής αλήθειας απέναντι στις προσπάθειες να υποτιμηθεί η πρωταγωνιστική συμβολή του Άρη Βελουχιώτη στην Εθνική Αντίσταση φιλοδοξεί να συμβάλει   και η παρούσα μελέτη.
Τιμή και δόξα στον Πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΑΣ και στους ανυπότακτους καπετάνιους!

Η Αγλλοελληνική αντιδραση αντεπιτίθεται στο εαμικό κίνημα
Τόσο ο Τσώρτσιλ όσο και τα αστικά κόμματα και η μοναρχία  γνώριζαν ότι αν  στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση  διεξάγονταν ελεύθερες εκλογές η εαμική παράταξη θα κέρδιζε θριαμβευτικά.  Τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών  προέβλεπε τόσο η Διακήρυξη για την απελευθερωμένη Ευρώπηπου επισφράγιζε τη συμφωνία της Γιάλτας όσο και η Διακήρυξη του ΕΑΜ.  Η εκλεγμένη Κυβέρνηση του Βουνού ήταν στη συνείδηση του λαού η μόνη νόμιμη κυβέρνηση της ελεύθερης Ελλάδας και όχι οι φιλοβρετανικές Κυβερνήσεις των αστικών κόμματων στο Κάιρο. Η  αγγλοελληνική συμμαχία  πολέμησε με κάθε μέσο  την  προοπτική μιας  διαφορετικής μεταπολεμικής Ελλάδας. Γι αυτό όταν η ήττα του Άξονα είχε εξασφαλιστεί, το κρίσιμο ζήτημα γι αυτούς ήταν ο αφοπλισμός των ανταρτών του ΕΛΑΣ και η συντριβή του εαμικού κινήματος με βίαιο τρόπο.
Όπως η ιστορία αμείλικτα απέδειξε,  οι μόνοι που δεν μπόρεσαν να  καταλάβουν τις προθέσεις των Άγγλων ήταν οι ίδιοι οι ηγέτες του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Η εαμική παράταξη σε όλη τη διάρκεια του  Αντιστασιακού Αγώνα κινήθηκε  στα πλαίσια της στρατηγικής του αντιφασιστικού μετώπου και της πολιτικής της εθνικής ενότητας*(1). Αυτό φαίνεται καθαρά  στις διακηρύξεις, στη ευρεία σύνθεση των διοικήσεων του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ και της ΠΕΕΑ αλλά και στη συνεργασία του ΕΑΜ με του συμμάχους απέναντι στον κοινό εχθρό παρά τις συνεχείς μηχανορραφίες των Άγγλων. Για μετά την απελευθέρωση η ηγεσία του ΚΚΕ υπολόγιζε στη δυνατότητα μιας δημοκρατικά εκλεγμένης  κυβέρνησης στην οποία το κόμμα θα έπαιζε καθοριστικό ρόλο, χάρη στην ισχύ και το κύρος που είχε αποκτήσει το ΕΑΜ  και θα μπορούσε να θέσει με ασφάλεια  την τύχη της μοναρχίας σε δημοψήφισμα. Σε καμιά περίπτωση το εαμικό μέτωπο  δεν σκόπευε να καταλάβει  την εξουσία με τα όπλα παρόλο που διέθετε στρατιωτική υπεροχή και ο ΕΛΑΣ και είχε υπό τον έλεγχο του  όλες τις απελευθερωμένες περιοχές.
 Γρήγορα,  η  εμμονή στην  στρατηγική της εθνικής ενότητας μαζί με την ανικανότητα της ηγεσίας Σιάντου- Ιωαννίδη οδήγησαν την εαμική παράταξη σε απαράδεκτες πολιτικές  υποχωρήσεις με τη συνθήκη του Λιβάνου (22 Μάη 44) αρχικά και της Καζέρτας στη συνέχεια και  στο σχηματισμό της κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Κι ενώ το εαμικό κίνημα αναπτύσσονταν και ο ΕΛΑΣ απελευθέρωνε συνεχώς πόλεις και χωριά εγκαθιδρύοντας τη λαϊκή εξουσία, η γραφειοκρατική ηγεσία εγκλωβισμένη στην κυβέρνηση της εθνικής ενότητας, αποκομμένη και καχύποπτη απέναντι στους καπεταναίους χάνει συνεχώς την επαναστατικότητα της. «Το χάσμα ανάμεσα στην ηγεσία και το  λαϊκό κίνημα συνεχώς θα ανοίγει μέχρι να εκτροχιασθεί, να καταλήξει στον οπορτουνισμό και να κάνει  παραχωρήσεις αρχών ακολουθώντας το δρόμο της μικρότερης αντίστασης, που ήταν ο δρόμος του αστικού κατεστημένου και της υποτέλειας στους Άγγλους» (Χατζής, 1982:393).
Οι ηγεσίες του ΚΚΕ και του ΕΑΜ παρέμειναν πιστές μέχρι τέλους   στην άποψη για δημοκρατική πολιτική μετάβαση της χώρας,  ακόμα και όταν  ο αντίπαλος έδειχνε καθαρά τις επιδιώξεις του για βίαιη συντριβή  του Εαμικού κινήματος, και οι νέες συνθήκες απαιτούσαν  να αναπροσαρμοσθεί  η ακολουθούμενη στρατηγική.  Οι συνεχείς υποχωρήσεις, «οι απαράδεκτοι συμβιβασμοί και  οι παλινωδίες της  δίνουν χρόνο στην αντίδραση να προετοιμαστεί και τελικά γλιστρά στην παγίδα των Άγγλων δίνοντας  τη μάχη όπως και όταν αυτοί θέλησαν»(Λαγδάς,478). Μετά την ήττα του Δεκέμβρη  υπογράφει τη συνθήκη της Βάρκιζας με την οποία υποτάσσεται πλήρως στους Άγγλους που σέρνουν πίσω τους και επιβάλουν το αμαρτωλό αστικό καθεστώς.
Η Συνέλευση των καπεταναίων στη Λαμία
«Αν ζήσει κανένας σας να θυμάται τα λόγια αυτά. Οι Εγγλέζοι θα σας σφάξουν όλους σαν αρνιά, εγώ στα χέρια τους δε θα πέσω, γιατί τα βουνά με ξέρουν. Με την πέτρα προσκέφαλο, την ψείρα συντροφιά, την κάπα σκέπασμα δε θα με ιδούνε ζωντανό στα χέρια τους. Αυτό θέλω να το θυμάστε αν κανένας σας ζήσει.»
Ο Άρης Βελουχιώτης που με την πολιτική του οξυδέρκεια είχε προβλέψει  τα υποχθόνια σχέδια της Βρετανικής πολιτικής για  τη χώρα μας, προσπάθησε απεγνωσμένα το κρίσιμο διάστημα πριν την υπογραφή της Βάρκιζας να προειδοποιήσει την ηγεσία. Μια τέτοια  προσπάθεια να παρθούν κάποια μέτρα μπροστά στην αναμενόμενο χτύπημα της αγγλοελληνικής αντιδραστικής συμμαχίας ήταν η επιστολή του προς το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ (2)*  το Σεπτέμβρη του 1943. Η φράση που περιείχε η  επιστολή «πως χειρότεροι από τους Άγγλους – μη βαυκαλιζόμεθα -δεν είναι ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί….» έγινε η αφορμή  να επικριθεί ο Άρης  παρόλο που ο ίδιος πολλές φορές είχε τονίσει τη σημασία του κοινού αγώνα και τη συμβολή των συμμάχων σε αυτόν.
Στη συνέχεια στις 17 Νοεμβρίου 44 λίγο πριν από τις μάχες του Δεκέμβρη, ο Αρης Βελουχιώτης πήρε τη πρωτοβουλία να συγκαλέσει Συνέλευση  των καπετάνιων στην Λαμία με σκοπό την λήψη μέτρων  για την προοπτική μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης με τους Άγγλους.  Για τον ΕΛΑΣ είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία να δρέψει τους καρπούς της νίκης του, υπερασπίζοντας τις κατακτήσεις του αγωνιζόμενου λαού.
Απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας οι καπετάνιοι απαντούν στην πρόσκληση του Άρη  και μαζεύονται στη Λαμία. Ο Μάρκος, ο Κικίτσας, ο Νικηφόρος, ο Υψηλάντης, ο Λασάνης, ο Ορέστης, ο Καλίνος, ο Τρωγιάνος, ο Καρράς, ο Μπλάνας, ο Μωριάς… Δεν υπάρχει όργανο των καπετάνιων, δεν υπάρχει αναγνωρισμένη εξουσία των αρχηγών του αντάρτικου από το καταστατικό του Κόμματος αλλά αντιπροσωπεύουν μια σημαντική εξουσία. Ο Άρης ξέρει πως οι περισσότεροι αγωνιούν όσο και ο ίδιος αλλά μέχρι που θα μπορούσε να φτάσει στο να τους πείσει να κάνουν το αποφασιστικό βήμα να πάνε κόντρα στο Κόμμα; Ο Μάρκος, ο  υπεύθυνος της εισόδου του ΕΛΑΣ στη Θεσσαλονίκη αυτός που ανοιχτά ανέτρεψε τους όρους της συμφωνίας της Βάρκιζας κάνει πίσω.
- Σύντροφε δεν υπάρχει οργάνωση των καπετάνιων. Δεν καταλαβαίνω τη σημασία αυτής της συγκέντρωσης.  Ο Άρης μπλοκάρεται. Είναι μόνος. Δεν μπορεί να τολμήσει για όλους και σταματά τη συνεδρίαση.
Την επόμενη έρχεται ο Σαράφης σε βοήθεια του Άρη και εκθέτει τις ανησυχίες του. Προτείνει τη δημιουργία ενός σχεδίου για την περίπτωση που η σύγκρουση με τους Άγγλους θα γινόταν αναπόφευκτη. Όμως όλα έχουν τελειώσει, όλα έχουν παγώσει μέσα στην αστυνομική ίντριγκα, ο διάλογος λιμνάζει κι ο καθένας γυρνά στη μονάδα του. (Eudes, D.,1970:238).
Οι προσπάθειες του Πρώτου Καπετάνιου του ΕΛΑΣ να επεξεργαστεί ένα συλλογικό σχέδιο μπροστά στην επερχόμενη σύγκρουση  που μέρα με τη μέρα γινόταν πιο ορατή  δεν είχαν συνέχεια. Για πολλούς μελετητές η τοποθέτησή του Αρύ στη σύσκεψη αποτέλεσε το σημείο της αντίστροφης μέτρησης για το τελικό αποτέλεσμα των όσων διαδραματίστηκαν στη συνέχεια.
Η συμφωνία της Βάρκιζας
Μετά την ήττα του Δεκέμβρη η πλειοψηφία του ΚΚΕ και του ΕΑΜ αποφάσισε  ότι δεν ήταν σωστό  ούτε ρεαλιστικά δυνατό να συνεχιστεί η ένοπλη αντίσταση. Έπρεπε επομένως να επιδιωχτεί οπωσδήποτε η υπογραφή συμφωνίας. Το  Φεβρουάριο  αρχίζουν οι διαπραγματεύσεις για συμφωνία μεταξύ του ΕΑΜ και της αντίστοιχης «εθνικής» αντιπροσωπείας, υπό την εποπτεία των Βρετανών. Έπειτα από διαβουλεύσεις δέκα ημερών στις 12 Φεβρουαρίου του 1945 υπογράφεται η  «Συμφωνία της Βάρκιζας» (3)*. Μεταξύ των ταπεινωτικών  όρων που προέβλεπε ήταν η παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ χωρίς όμως τη χορήγηση γενικής αμνηστίας μια  παράλειψη που δε διασφάλιζαν τους χιλιάδες αγωνιστές του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Ενώ δηλαδή με την Συμφωνία της Βάρκιζας παραχωρούνταν αμνηστία στους αντάρτες του ΕΛΑΣ, δεν  ίσχυε όμως το ίδιο και για την περίοδο των Δεκεμβριανών. Οι εγγενείς αδυναμίες, και τα νομικά κενά που εμπεριείχε η συμφωνία της Βάρκιζας,  σε συνδυασμό με τη λευκή τρομοκρατία που ακολούθησε σε βάρος των αγωνιστών της Αντίστασης από τη μεριά  παρακρατικών ομάδων, θα αποβούν μοιραία για τις μετέπειτα εξελίξεις. 
 «Η συμφωνία της Βάρκιζας»  που υπέγραψε η ηγεσία επισφράγισε την ήττα του εαμικού κινήματος. Οι καπεταναίοι με βαριά καρδιά και δάκρυα στα μάτια  παρέδωσαν τα όπλα. Απαράδεκτος  συμβιβασμός; Προδοσία; Είναι γενικά παραδεκτό, ότι τα γεγονότα που  οδήγησαν μοιραία στην συμφωνία της Βάρκιζας ξεκίνησαν πολύ πριν στη Διάσκεψη του  Λιβάνου το Μάιο του 1944 . Εκεί οι εκπρόσωποι της  εαμικής ηγεσίας (Ρούσος, εκπρόσωπος του ΚΚΕ, Σβώλος, Αγγελόπουλος και Ασκούτσης εκπρόσωποι της ΠΕΕΑ, Πορφυρογέννης εκπρόσωπος του ΕΑΜ και Σαράφης εκπρόσωπος του ΕΛΑΣ) επί συνόλου 24 συνέδρων που έπρεπε να αποφασίσουν για το μέλλον της Ελλάδας, υπέκυψαν στους πολιτικούς εκβιασμούς και  τα διπλωματικά  παιχνίδια του Γεωργίου Παπανδρέου. Εγκλωβίστηκαν στηΚυβέρνηση Εθνικής Ενότητας  παραδίδοντας ουσιαστικά την εξουσία  στους Άγγλους και τα αστικά κόμματα.
Στη Βάρκιζα το ΚΚΕ παραδίδει τα όπλα χωρίς να ηττηθεί.  Δε χωράει αμφιβολία πως επρόκειτο για έναν απαράδεκτο συμβιβασμό, που ούτε ο συσχετισμός δυνάμεων την επέβαλε αλλά ούτε και η έκβαση της ένοπλης σύγκρουσης το Δεκέμβρη, δεδομένου ότι ο κύριος όγκος των δυνάμεων του ΕΛΑΣ ήταν ανέπαφος κι ετοιμοπόλεμος κάτι που γνώριζαν πολύ καλά οι Εγγλέζοι.
Μπορεί  η εμμονή   στην πολιτική της εθνικής ενότητας και της δημοκρατικής πολιτικής μετάβασης της χώρας,  να δικαιολογήσουν τις απαράδεκτες υποχωρήσεις της εαμικής παράταξης  στις αξιώσεις των Άγγλων και των αστικών κομμάτων;
Πολλοί μελετητές τονίζουν την ανικανότητα, την έλλειψη πολιτικής διορατικότητας της ηγεσίας και εσωκομματικής δημοκρατίας  μλέσα στο κόμμα σαν κρίσιμα στοιχεία  για την αποκοπή της γραφειοκρατικής ηγεσίας από το επαναστατικό λαϊκό κίνημα που μέσα από την πάλη ενάντια στον κατακτητή αναπτύσσονταν σε πόλεις και χωριά.
Άλλοι επικεντρώνουν την κριτική τους  στην ακολουθούμενη   τακτική των σταδίων που επέβαλε στα κομμουνιστικά κόμματα να περάσουν πρώτα από το στάδιο της «καπιταλιστικής ολοκλήρωσης» και να μην κάνουν το άλμα της σοσιαλιστικής επανάστασης όταν οι υποκειμενικές συνθήκες δεν ήταν ώριμες.    Γι αυτό η κομματική ηγεσία ρίχνει ιδιαίτερο βάρος στην πολιτική πάλη οργανώνοντας μεγάλες κινητοποιήσεις και απεργίες της εργατικής τάξης στα αστικά κέντρα  ενώ διατηρεί σε τη διάρκεια του  εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα  δυσπιστία απέναντι στις  αντάρτικες ομάδες και τους καπεταναίους  που στην πλειοψηφία τους προέρχονται από την αγροτιά και όχι  την εργατική τάξη.. Η πραγματοποίηση του άμεσου πολιτικού σκοπού περνάει ανάμεσα σε μια σειρά αδιάκοπα και αλληλοδιάδοχα κύματα λαϊκών και απεργιακών πολιτικών αγώνων.
Άλλοι μελετητές  προβάλλουν σαν δικαιολογία  τις  περίπλοκες εσωτερικές και διεθνείς συνθήκες που  δεν ευνοούσαν το εαμικό κίνημα οι οποίες είχαν διαμορφωθεί ιδιαίτερα μετά τη συμφωνία της Γιάλτας. Στις δύσκολες αυτές  συνθήκες  η ηγεσία του  ΚΚΕ    που λειτουργούσε κάτω από την επιρροή της πολιτικής της ΕΣΣΔ περίμενε μέχρι τελευταία στιγμή την παρέμβαση του Στάλιν  υπέρ του ΕΑΜ και των Ελλήνων κομμουνιστών. Η παρέμβαση αυτή όμως δεν ήρθε ποτέ   μια και «η ΕΣΣΔ πλήρως απασχολημένη με τις τελευταίες προσπάθειες για τη συντριβή των χιτλερικών μέσα στη Γερμανία, τη σταθεροποίηση των θέσεων της στην Ανατολική  και Κεντρική Ευρώπη, ελάχιστα μπορούσε να ενδιαφερθεί για την κατάσταση της Ελλάδας που από τον Οκτώβριο του 44 είχε δεχτεί να έχει τον πρώτο λόγο η Αγγλία(Φαράκος,1997:111). Πολλοί επικαλούνται την  επιστολή Δημητρώφ*(4) για να στηρίξουν τον ισχυρισμό ότι ο συμβιβασμός της Βάρκιζας  ήταν αποτέλεσμα παραίνεσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και ιδιαίτερα του ΚΚΣΕ.
Σήμερα από πολλές πλευρές τονίζεται ότι το κρίσιμο διάστημα από την αποχώρηση των Γερμανών μέχρι την έλευση των Άγγλων το    ΕΑΜ  ακόμα και χωρίς τη στήριξη της ΕΣΣΔ με τη δύναμη  του  ΕΛΑΣ και έχοντας δίπλα του την πλειοψηφία του  ελληνικού λαού   είχε τη δυνατότητα ναολοκληρώσει τη νίκη του με την άμεση εγκαθίδρυση μιας πανδημοκρατικής κυβέρνησης ώστε  τα πράγματα θα έπαιρναν άλλη μορφή, και από εσωτερική και από διεθνή άποψη.  Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται η δυνατότητα για έναν έστω πιο  έντιμο συμβιβασμό από την συνθήκη της Βάρκιζας. Ο Γρηγόρης Φαράκος τονίζει χαρακτηριστικά: «Μέσα στη ρευστή κατάσταση της μεταπολεμικής Ευρώπης υπήρχε η δυνατότητα  για έναν περισσότερο έντιμο συμβιβασμό από την συνθήκη της Βάρκιζας στην οποία σύρθηκε η ηγεσία του εαμικού κινήματος ακόμα και  για μια διαφορετική πορεία όπως αυτή που ακολούθησε ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία». Όπως αναφέρει ο Γ. Χουλιάρας, «ο ΕΛΑΣ έχασε μια μάχη, τη σκληρή και άνιση  μάχη της Αθήνας το Δεκέμβρη του 44, διατηρούσε όμως ακμαίες τις δυνάμεις του σ’ όλη την Ελλάδα. Αν ο ΕΛΑΣ δεν παρέδωνε τα όπλα και συνέχιζε τον πόλεμο, μπορούσε να επιβάλει στους Άγγλους έναν άλλο καλύτερο και ισότιμο συμβιβασμό απ’ ό,τι στη Βάρκιζα» (Χουλιάρας, 206:505).
Μετά το θάνατο του Αρη και μέχρι την 7η Ολομέλεια της ΚΕ (1950) το ΚΚΕ δεν είχε τοποθετηθεί εναντίον της Συμφωνίας της Βάρκιζας και την αποκαλούσε «αναγκαίο ελιγμό». Στη διαπίστωση ότι η Βάρκιζα ήταν λάθος   κατέληξε  αργότερα και  το ίδιο το ΚΚΕ με  αποφάσεις των οργάνων του(5*). Ο Αρης Βελουχιώτης αποκαταστάθηκε πολιτικά αλλά όχι κομματικά από το ΚΚΕ με απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του κόμματο* (7) στις 16 Ιουνίου 2011!
Ο Άρης Βελουχιώτης  καταγγέλλει τη συμφωνία της Βάρκιζας- Το τραγικό τέλος
Ο Άρης Βελουχιώτης  κατήγγειλε την ηγεσία για την ταπεινωτική συμφωνία της Βάρκιζας και τον Γραμματέα του ΚΚΕ Γ. Σιάντο για προδοσία. Από το Γαρδίκι ξεκίνησε  μαζί με μια ομάδα πιστών συντρόφων του να δημιουργήσει καινούργιο αντάρτικο,  ενάντια στην  νέα αγγλική κατοχή στην Ελλάδα. Η άφιξη του Ζαχαριάδη που όλο αυτό τον καιρό κρατούνταν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία έδωσε για μια στιγμή την  ελπίδα στους αγωνιστές και τον Άρη ότι δεν έχουν όλα χαθεί.  Γρήγορα διαψεύστηκαν. Η Βάρκιζα έγινε προσπάθεια από την νέα ηγεσία να εμφανιστεί σαν νίκη του κινήματος.   Ο Άρης Βελουχιώτης,  αποκηρύχτηκε και η  στάση του χαρακτηρίστηκε  ‘ύποπτη και τυχοδιωκτική’. Στις 16 Ιουνίου 1945 σε ηλικία 40 ετών ο Άρης Βελουχιώτης  κυνηγημένος και περικυκλωμένος από ομαδες της εθνοφυλακής βάζει τέρμα στη ζωή του στο φαράγγι του Φάγγου της Μεσούντας, (χωριό της Άρτας). Στο θάνατο τον ακολουθεί ο πιστός σύντροφος καπετάν Τζαβέλας, αγκαλιάζοντας το άψυχο σώμα του Άρη και απασφαλίζοντας μια χειροβομβίδα. Ένας συρφετός από ταγματασφαλίτες, φασίστες κι ΕΔΕΣίτες  χίμηξαν, κόψαν το κεφάλι του Άρη και του Τζαβέλα.  Μόνο νεκρούς τόλμησαν να  πλησιάσουν τους ανυπότακτους καπεταναίους. Μετά μετέφεραν τα δυο κομμένα κεφάλια στα Τρίκαλα,  τα κρέμασαν σε φανοστάτη στην πλατεία και γύρω τους   έστησαν γλέντι με νταούλια και κλαρίνα. Η απόφαση της διαγραφής του Θανάση Κλάρα ή «Μιζέρια» όπως τον αποκαλούσαν δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» στις 16 Ιούνη 194 , ημέρα του θανάτου του Άρη(6)*.
Η τότε ηγεσία του ΚΚΕ έχει αναμφισβήτητα σημαντικές ευθύνες για τον τραγικό χαμό  του Πρώτου Καπετάνιου του ΕΛΑΣ. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γρηγόρης Φαράκος,  η διαφωνία του Άρη δεν έπρεπε να αντιμετωπισθεί τυπικά, ως μια παραβίαση της κομματικής πειθαρχίας. Ο Άρης, ήταν μορφή εκείνου του ανελέητου Αγώνα. Με τους πολλούς δεν μετριέται (Φαράκος, 1997:124). «Η καταδίκη της ηγεσίας του ΚΚΕ για τη συμπεριφορά της απέναντι στον Άρη δεν γίνεται μόνο γιατί τότε εν θερμό δεν κατάφερε να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων αλλά και γιατί όλα τα κατοπινά χρόνια τήρησε στάση ένοχης σιωπής και εκδίκησης απέναντί του, προσπάθησε να μειώσει το έργο και τη συμβολή του, να  αμαυρώσει τη μνήμη του (Φαράκος,119).  Ο αγωνιστής Νίκος Πλουμπίδης  λίγους μήνες πριν εκτελεστεί,  με επιστολή του μέσα από τη φυλακή είχε το θάρρος να μιλήσει καθαρά για τη συμβολή του Άρη. Εκφράζει τη διαφωνία του για τον τρόπο που χτυπήθηκε από το κόμμα και ζητά την αποκατάσταση της μνήμης του (Φαράκος,1997:12).
Η ήττα του εαμικού κινήματος και τα όσα τραγικά ακολούθησαν για τα οποία σοβαρή ευθύνη είχε η ηγεσία με τις λαθεμένες αποφάσεις  της δικαίωσαν τον Άρη. Ο Άρης αποκηρύχτηκε από την ηγεσία αλλά αγαπήθηκε από το λαό και με το τραγικό του τέλος έγινε θρύλος.  Μέχρι σήμερα ο Αρης Βελουχιώτης παραμένει ένα διαχρονικό σύμβολο αντίστασης  που εμπνέει και καθοδηγεί  απέναντι σε κάθε μορφή καταπίεσης. Ίσως με τον καλύτερο τρόπο περιέγραψε την προσωπικότητα του Άρη ο Πατέρας  Δημάκος Γερμανός (Καπεταν Ανυπόμονος): «Δεν ήταν τυχαίος ο Άρης. Αν τον άκουγαν, θα είμαστε αλλιώτικα τώρα. Ήταν ο ΕΝΑΣ, που ήξερε να αξιοποιεί την προσφορά των πολλών. Οι πολλοί υπάρχουν παντού και πάντοτε.  Και σήμερα ο ένας λείπει».
 Χαρά Παρμενοπούλου
Βιβλιογραφία
Γερμανός, Κ. Δημάκος, Αρχιμανδρίτης, 2004, Στο βουνό με το Σταυρό, κοντά στον ΄Αρη, Τρίκαλα- Αθήνα, Πρότυπες Θεσσαλικές εκδόσεις.
-Λαγδάς,  Πάνος, Άρης Βελουχιώτης, ο Πρώτος του Αγώνα, εκδ. Σφαέλος Ν., Αθήνα
- Eudes, Dominiqoue,1970, Μετ. Παπακυριάκης Γ., Οι Καπετάνιοι, Εξάντας, Αθήνα
- Φαράκος, Γρηγόρης, 1997, ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ-Το χαμένο Αρχείο- Άγνωστα Κείμενα. Αθήνα, Β΄ έκδοση «Ελληνικά Γράμματα».
- Χατζηπαναγιώτου, Γιάννης (καπετάν Θωμάς), Η πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη, Δωρικός, Αθήνα 1975
- Χατζής, Θανάσης, 1982, Η Νικηφόρα Επανάσταση που χάθηκε (εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας 41-45), β έκδοση, Εξάντας, Αθήνα
-Χουλιάρας Γιώργος- Περικλής,2006, «Ο δρόμος είναι άσωτος…», Λαμία, Οιωνός
Παράρτημα
*(1)Η τακτική του αντιφασιστικού και αντιπολεμικού μετώπου υιοθετήθηκε από το ΚΚΕ στο 6ο Συνέδριο του (1935)  μπροστά στο κίνδυνο από την άνοδο του φασισμού   (Ζωίδης Γ κ.α.,1979:26).  Η ΚΕ του ΚΚΕ  που διαμορφώθηκε ύστερα από τις συλλήψεις πολλών στελεχών του κόμματος του 1938-39  από τη μεταξική δικτατορία κινήθηκε σε διαφορετική κατεύθυνση από την παλιά ΚΕ θεωρώντας τον πόλεμο ενδοϊμπεριαλιστικό.  Στα πλαίσια αυτά συνέδεε άμεσα το πρόβλημα της Αντίστασης με την ανάγκη ανατροπής της φασιστικής κυβέρνησης Μεταξά και την αποδέσμευση της χώρας από την Αγγλία καλώντας σε ετοιμότητα μόνο για υπεράσπιση της ΕΣΣΔ.  Στην πολιτική αυτή αντίληψη συνέβαλε και η υπογραφή του Γερμανο-Σοβιετικού συμφώνου μη επίθεσης το καλοκαίρι του 1939. Η θέση της ΚΔ αλλάζει ξανά στα τέλη του ’40 όταν αρχίζουν να διαφαίνονται τα σχέδια του Χίτλερ για στροφή του πολέμου προς Ανατολάς.  Η είσοδος της ΕΣΣΔ στον πόλεμο τον Ιούνιο του ’41 στο πλευρό των συμμαχικών δυνάμεων  μετά την  επίθεση της  χιτλερικής Γερμανίας στη χώρα των Σοβιέτ έδωσε σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη του αντιφασιστικού απελευθερωτικού μετώπου του ελληνικού λαού. Το γεγονός αυτό άλλαξε μεμιάς το χαρακτήρα του πολέμου   για τους κομμουνιστές όλου του κόσμου  και από ενδο-ιμπεριαλιστικός  γίνεται αντιφασιστικός. Ο ίδιος ο Στάλιν χαρακτήρισε τον πόλεμο ‘πατριωτικό’ και  μπροστά στο θανάσιμο κίνδυνο που αντιμετώπιζαν αποδέχτηκε με χαρά την πρόταση του Τσώρτσιλ για συμμαχία της ΕΣΣΔ με την ιμπεριαλιστική Βρετανία προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό.
Η 6η ολομέλεια του ΚΚΕ που συγκλήθηκε τον Ιούλη 1941 έδωσε βάρος στην ανασυγκρότηση του κόμματος  και υιοθέτησε την γραμμή της εθνικής ενότητας καλώντας  όλα τα κόμματα και οργανώσεις του ελληνικού λαού σε ένα εθνικό μέτωπο απελευθέρωσης από τον ξενικό φασιστικό ζυγό. Η στρατηγική αυτή   επιβεβαιώθηκε λίγο αργότερα στην 7η ολομέλεια από την ανασυγκροτημένη ΚΕ  του ΚΚΕ στην οποία συμμετείχαν πολλά στελέχη τα οποία είχαν εν τω μεταξύ δραπετεύσει από τις φυλακές
(2)*Στην επιστολή του ο Άρης  τόνιζε   «πως χειρότεροι από τους Άγγλους – μη βαυκαλιζόμεθα -δεν είναι ούτε οι ίδιοι οι Γερμανοί. Θα επιβάλουν ένα φασιστικό καθεστώς με άλλο όνομα αν επικρατήσουν αυτοί. Αιτία της διασπάσεως του κινήματος στην Ελλάδα είναι αυτοί. Ούτε το συμφωνητικό θα υπέγραφαν… αν η στάση μας δεν ήταν σθεναρά( Υπογράφηκε στις 5 Ιουλίου 1943 ανάμεσα στους εκπροσώπους του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και του Εντυ, αρχηγού της ΒΣΑ… Επιβάλλεται δική μας αντίδραση σοβαρή. Δηλαδή: Σύγκλιση σύσκεψης από ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ-ΕΚΚΑ, υπογραφή και ευρεία δημοσιότης, δηλώσεις ότι οι ένοπλες εθνικές δυνάμεις εν ουδεμία περιπτώσει να δεχτούν επάνοδο Βασιλιά-Κυβέρνησης  προ δημοψηφίσματος και ότι θα αντιταχτούν και βιαίως εναντίον πάσης τοιαύτης τυχόν απόπειρας. Έντονη απαίτηση συνεχίσεως των ρίψεων. Αφοπλισμός των Ιταλών άμεσος έστω κι αν ‘ στεναχωρηθούν’ οι Άγγλοι. Διάλυση άμεση , έστω και αιματηρή των οργανώσεων ΕΔΕΣ και ΕΚΚΑ αν αρνηθούν να υπογράψουν την ανωτέρω προαναφερομένη δήλωση. Δεν γράφω για να παραστήσω τον έξυπνο, αλλά από πόνο και μόνο. Χίλια καλά να έχουμε κάνει, αν χάσουμε τώρα το παιγνίδι θα μας μουντζώσουν όλοι…. Εγώ βέβαια ήμουν, είμαι και θα είμαι ο πιστότερος στρατιώτης και θα δουλέψω σκυλίσια και παλικαρίσια για οποιαδήποτε γραμμή και αν χαράξετε. Νομίζω όμως, ότι είχα ιερά υποχρέωση να πω το τι νοιώθω στις στιγμές τούτες έστω και για την ιστορία» ( Φαράκος,271-273). 
(3)* Οι διαπραγματεύσεις έγιναν στο εξοχικό του πολιτικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου στη Βάρκιζα.  Ο πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας εκπροσωπείται από τον υπουργό Εξωτερικών Ιωάννη Σοφιανόπουλο, τον υπουργό Εσωτερικών Περικλή Ράλλη και τον υπουργό Γεωργίας Ιωάννη Μακρόπουλο. Την αντιπροσωπεία του ΕΑΜ αποτελούν οι:  Γεώργιος Σιάντος (γενικός γραμματέας του ΚΚΕ), Δημήτριος Παρτσαλίδης (γραμματέας της ΚΕ του ΕΑΜ) και Ηλίας Τσιριμώκος (γενικός γραμματέας της Ε.Λ.Δ).
(4)* Το μήνυμα του Δημητρόφ, εκ μέρους φυσικά του Στάλιν, έφτανε στην εδώ ηγεσία στις 19 του Δεκέμβρη 1944 και έλεγε: «Νομίζω ότι με τη σημερινή διεθνή κατάσταση, η ένοπλη ενίσχυση προς τους έλληνες συντρόφους απέξω γενικά είναι αδύνατη… Έλληνες και ΕΛΑΣ πρέπει να καθορίσουν τα περαιτέρω βήματά τους ξεκινώντας από αυτήν ακριβώς την κατάσταση, όχι ευνοϊκή για αυτούς. Δεν πρέπει να τραβήξουν το σκοινί… Να περιμένουν ευνοϊκότερη στιγμή για την πραγματοποίηση του δημοκρατικού τους προγράμματος…»
(5)*Τον Φεβρουάριο του 1945 ο Σιάντος ήταν επικεφαλής της αντιπροσωπείας του EAM που υπέγραψε τη Συμφωνία της Βάρκιζας και τον Μάιο του ιδίου χρόνου παρέδωσε τα ηνία του κόμματος στον Νίκο Ζαχαριάδη όταν αυτός επέστρεψε στην Ελλάδα. Λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Σιάντου (1947) η καθοδήγηση του ΚΚΕ υπό τον Νίκο Ζαχαριάδη διακήρυξε πως ο Σιάντος ήταν πράκτορας της Ιντέλλιτζενς Σέρβις, δίχως όμως να φανερώσει στοιχεία που να αποδεικνύουν ξεκάθαρα κάτι τέτοιο. Ωστόσο, το 1957 ένα χρόνο μετά την καθαίρεση του Ζαχαριάδη και την υπέρβαση του λεγόμενου ανώμαλου εσωκομματικού καθεστώτος, ειδικό τμήμα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ αποκατέστησε τη μνήμη του Γιώργου Σιάντου.
* Η 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ ( Οκτώβρης 1950), εξέτασε όλη την πορεία του ΚΚΕ στη δεκαετία του ’40, ενέκρινε την πολιτική γραμμή που είχε ακολουθηθεί στις γενικές της κατευθύνσεις, καταδίκασε τη Συμφωνία της Βάρκιζας και κατέληξε σε εκτιμήσεις για τις αιτίες της ήττας του ΔΣΕ.
*Η 6η Πλατιά Ολομέλεια του ΚΚΕ ( 11-12 Μάρτη 1956) στο Βουκουρέστι  συγκλήθηκε με πρωτοβουλία της Διεθνούς Επιτροπής των 6 κομ. κομμάτων των σοσιαλιστικών κρατών που φιλοξενούσαν τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Η Επιτροπή συγκροτήθηκε στη διάρκεια του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (14-26 Φλεβάρη 1956). Ως βασικό θέμα της Ολομέλειας ορίστηκε η παρουσίαση του πορίσματός της σε σχέση με εκθέσεις στελεχών του ΚΚΕ που είχαν σταλθεί με καταγγελίες για ανώμαλο εσωκομματικό καθεστώς στη λειτουργία του ΚΚΕ με ευθύνη της καθοδήγησής του και προσωπικά του ΓΓ της ΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη. Πίσω βεβαίως από τη διαπάλη στο Κόμμα, ουσιαστικά υπάρχει ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση που εδράζεται κυρίως στις αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ και στην προσαρμογή της πολιτικής του ΚΚΕ σ” αυτές. Το ΚΚΕ αποσταλινοποιείται από τα έξω.  Η 6η Ολομέλεια αποφασίζει την καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη από τη θέση του Γενικού Γραμματέα της ΚΕ και από μέλος του ΠΓ. Επίσης, καθαιρεί τον Βασίλη Μπαρτζώτα, ενώ αποκαθιστά στο Κόμμα και στην ΚΕ τον Μ. Παρτσαλίδη, τον Ζήση Ζωγράφο και άλλους, πολλοί από τους οποίους ηγήθηκαν αργότερα της αναθεωρητικής ομάδας μετά τη διάσπαση το 1968. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, στις 18 – 24 Φλεβάρη του 1957 συγκαλείται η 7η πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, όπου ο Ζαχαριάδης  καθαιρείται  και από μέλος της ΚΕ και διαγράφεται από το Κόμμα. Στην ίδια Ολομέλεια αποκαθίσταται στην ΚΕ ο Μάρκος Βαφειάδης και καταγγέλλει τις συμφωνίες τις συμφωνίες του Λιβάνου και τις Καζέρτας σαν  «αδικαιολόγητες συνθηκολογήσεις»
*Το 8ο Συνέδριο  ΚΚΕ τον Αύγουστο 1961 επικύρωσε παλιότερες αποφάσεις της κομματικών οργάνων – για την απομάκρυνση από τις γραμμές του Κόμματος των παρακάτω πρώην ηγετικών στελεχών: Ν. Ζαχαριάδη, Μάρκου Βαφειάδη, Βασίλη Μπαρτζιώτα, Γιώργη Βοντίτσιο (Γούσια), Μήτσου Βλαντά, Θανάση Χατζή, Βαγγέλη Βασβανά, Θύμιου Μπράτσιο, Νίκου Ρουμελιώτη και Αχιλλέα Μπλάνα. Το Συνέδριο υπογράμμισε τους ηρωικούς και γεμάτους αυτοθυσία αγώνες, που διεξήγαγαν οι κομμουνιστές, σ” όλα αυτά τα χρόνια, επικεφαλής του ελληνικού λαού, για την εθνική ανεξαρτησία, την ειρήνη, τη δημοκρατία, την κοινωνική πρόοδο. Άσκησε δριμεία κριτική, χαρακτηρίζοντας λαθεμένη την πολιτική γραμμής της προηγούμενης καθοδήγησης υπό τον Ν. Ζαχαριάδη, θεωρώντας ότι δημιουργούσε τεράστιες δυσκολίες στη δουλειά του Κόμματος και την ανάπτυξη των δημοκρατικών δυνάμεων και οδήγησε στην ήττα του λαϊκού κινήματος και στην εσωκομματική κρίση.
*(6) «Το ΠΓ ενέκρινε τη δημοσίευση στο «Ριζοσπάστη», της απόφασης της 1ης Ολομέλειας της ΚΕ για τον Άρη Βελουχιώτη (Θανάση Κλάρα ή Μιζέρια). Ο Κλάρας, αφού μια φορά πρόδωσε και αποκήρυξε το ΚΚΕ γιατί λύγισε μπροστά στην τρομοκρατία του Μανιαδάκη ξαναζήτησε στον καιρό του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα να ξανα…στρώσει με το αίμα του την προδοσία του εκείνη που αναγνώρισε και καταδίκασε. Το ΚΚΕ τούδωσε τη δυνατότητα αυτή. Σήμερα όμως σε μια δύσκολη και κρίσιμη στιγμή, από δειλία και φόβο, παρά τις υποσχέσεις και τη συμφωνία που στα λόγια έδειξε, απειθαρχεί πάλι, ξαναπροδίδει το ΚΚΕ με την τυχοδιωκτική και ύποπτη δράση του που μονάχα τον εχθρό ευνοεί. Στο ΚΚΕ δεν έχει θέση κανένας οσοδήποτε ψηλά κι αν στέκει και οσοδήποτε μεγάλος κι αν είναι, όταν οι πράξεις του δεν συμβιβάζονται με το κοινό συμφέρον και όταν παραβιάζεται η δημοκρατική εσωκομματική πειθαρχία.». Ριζοσπάστης, (16/06/1945).
*(7)Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη αποφασίζει την επίσημη πολιτική αποκατάσταση του Αρη Βελουχιώτη. Θεωρεί ότι είχε δίκιο ως προς την εκτίμηση που έκανε για τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Παράλληλα η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη σημειώνει ότι η διαφωνία του Αρη με τη Συμφωνία της Βάρκιζας δε δικαιώνει τη στάση του απέναντι στη συλλογική θέση του Κόμματος και την παραβίαση από αυτόν της κομματικής πειθαρχίας, καθώς και την αξιοποίηση από τον Αρη της φήμης και του σεβασμού που είχε κατακτήσει την προηγούμενη περίοδο ως καπετάνιος του ΕΛΑΣ και στέλεχος του ΚΚΕ. Η στάση του αυτή, που αποτέλεσε ρήξη με τη θεμελιώδη αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, δεν καθιστά δυνατή τη μετά θάνατο αποκατάσταση και της κομματικής του ιδιότητας. Η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη καταγγέλλει την απόπειρα της αστικής και οπορτουνιστικής προπαγάνδας και ιστοριογραφίας που παίρνουν δήθεν υπό την προστασία τους τον Αρη, για να επιτεθούν στο ΚΚΕ. Στη λαϊκή συνείδηση, ο Αρης Βελουχιώτης είναι ταυτισμένος με την ηρωική πορεία του ΚΚΕ, τον αγώνα για την ανατροπή της ιμπεριαλιστικής βαρβαρότητας. Ο Αρης Βελουχιώτης τάχθηκε υπέρ της ένοπλης πάλης, που την απορρίπτουν όσοι επιχειρούν να τον οικειοποιηθούν. 6 Ιούλη 2011.
ΠΗΓΗ http://altpressfthiotida.com/